Όσες φορές κι αν κυοφορησω την αγάπη.
Όσες φορές κι αν φουντώσει μέσα μου η τριανταφυλλια,
Όσες φορές κι αν ξυπνήσω σε θάλασσα ευτυχίας,
Εσύ θα είσαι πάντα το αστέρι που με καθοδηγεί.
Εσυ θα είσαι η πανσέληνος.
Τα γράμματα κι οι λέξεις μπερδεύονται στα κύματα.
Η μία λέξη μπαίνει μπρος από την άλλη, η πρώτη γίνεται τελευταία κι η τελευταία πρώτη.
Η ορθογραφία γκρεμίζεται.
Όμως μένει η ψυχη του ανθρώπου που ψέλισσε τις λέξεις.
Κι ο λόγος που ειπώθηκαν αυτες οι λέξεις.
Ο λόγος που βρέθηκαν στο κύμα και επιπλέουν βαθιά στη θάλασσα.
Κι ο λόγος που θα πεθάνουν σε λίγο.
Που θα τους πνηξει η θάλασσα.
Θα μείνει έτσι μόνο η σιωπή που κρύβεται ανάμεσα τους.
Και η ανάσα.
Εμείς,
οι απελπισμένοι ηθοποιοί των σκουπιδιών και των άστρων,
τραγουδάμε αγκαλιασμενοι,
δακρυσμένοι
ραγισμένοι
τις νύχτες για την αγάπη.
Στις τσέπες μας φρουτα και βρεγμένα τσιγάρα και στα καπέλα μας περιστέρια.
Μοιραζόμαστε τα φρούτα.
Οι μύτες μας είναι στρογγυλες κόκκινες και τα ρούχα μας παλιωμενα.
Τα παπούτσια μας παλιά κι αυτά.
Βρίσκει κανείς στις τσέπες μας χαρτάκια με ποιήματα.
Εμείς οι ηθοποιοί των σκουπιδιών και των άστρων είμαστε άστεγοι οι πιο πολλοί.
Ψάχνουμε δίπλα σε κάδους στιβαγμενα σε σακούλες ρουχαλάκια παιδιών και παιχνίδια που χάλασαν ή που απλώς τα πέταξαν γιατί πέρασαν τα χρόνια.
Ψάχνουμε παλιά καπέλα και υφάσματα.
Τούλια και πεπλα για να παίξουμε.
Να κάνουμε πως είμαστε αλλού.
Κάποιοι άλλοι.
Με κάποια άλλη ζωή. Λίγο σαν τη δική μας, λίγο πιο μαγική.
Χτυπάμε τις πόρτες των μεγάλων θεάτρων για να μπούμε να δούμε από τον εξώστη παράσταση ή κάποια πρόβα.
Δίνουμε σε ναιλον τσαλσκωμενα βιογραφικά.
Μας τα δίνουν πίσω.
Καμία φορά τα παίρνουν. Τα κοιτάνε.
Γελάνε.
Μας παίρνουν για λίγο από το χέρι κι έξαφνα μας ορμουν και μας πατούν το κεφάλι κάτω να φτυσουμε στίχους και λόγια ποιητών.
Λόγια συγγραφέων και λογοτεχνών.
Και μας κρίνουν.
Μας αρπάζουν και μας πεταν με βία στη σκηνή να ξεράσουμε τη ζωή και την πίκρα μας.
Να κραυγασουμε.
Να σιωπησουμε και να μουσκέψουμε τα μάγουλά και τα χίλια μας.
Να σβήσουν έπειτα τα φώτα με ένα χαμόγελο αχνό κι ενα τραγούδι.
Να φθάσει στα αυτιά μας μια θάλασσα χειροκροτήματα.
Να μας φωνάζουν "μπράβο" και να μας σφιγγουν τα μάγουλα και τα χέρια.
Κι έπειτα πίσω από τη σκηνή πάντα μας περιμένει ο άνθρωπος που μας άρπαξε.
Πού θα μας δώσει λίγα ψιλά για ένα νερό και σάντουιτς.
Για να φάμε με λαχτάρα μπαγιάτικο ψωμί και τυρί ξεραμένο.
Και να πάμε για ύπνο δακρυσμένοι και χαμογελαστοί.
Να δούμε όνειρα λουσμενα στο χειροκρότημα και στο φως.
![]() |
| Sunlight Frank Weston |
Ηταν μια πολιτεια οπου οι ανθρωποι ερωτεύονταν. Και αγαπουσαν. Κι αυτη η ερωτικη αγαπη τους γινόταν μπογιά ροζ στα χερια τους και εβαφαν του...