Τρίτη 23 Ιουλίου 2024

Κάθε βράδυ διαλέγω να βάλω ρούχα σέξυ. Μαύρα, κόκκινα, κολλητά, κοντά, ντεκολτέ... αφρόλουτρα, αρώματα.... Το καλό μου το φουστάνι, εκείνο με τα τριαντάφυλλα, το σεμνό, το φυλάω για σένα. Πικραίνεται κι αυτό μαζί με μένα. Τόσο καιρό έμεινε αφόρετο στην άκρη της ντουλάπας. Αφόρετο. Αλλά όχι ξεχασμένο. Αφόρετο κι αγαπημένο.




Ήταν μια γοργόνα με κόκκινα μαλλιά.


Της είπαν να πάψει να ονειρεύεται.


Κι έγινε σύννεφο.




Σάββατο 20 Απριλίου 2024

Ξέρεις γιατί το κόκκινο έγινε πορτοκαλί; Από το φως που μπήκε μέσα.

Σαν κάμαρη ηλιόλουστη με μεγάλα παράθυρα την Άνοιξη όπου ζουν δυο άνθρωποι που αγαπιούνται πολύ. 




Δευτέρα 15 Απριλίου 2024

 Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα χοντρό ψάρι. Το ψάρι ήταν χοντρό γιατί έτρωγε πολύ. Έτρωγε έτρωγε και φουσκωναν τα μάγουλά του και φούσκωνε με τον καιρό ολόκληρο. Κάποια στιγμή το ψάρι έσκασε. Χωρίς να πεθάνει. Ανέβασε απλώς πολύ πυρετό, σχεδόν 40 και έσκασε. Και τότε άρχισαν να βγαίνουν από το στομάχι του πολλές πολλές κόκκινες καρδιές. Πάρα πολλές. Κόκκινες μικρές καρδιές. Χιλιάδες. Έβγαιναν.... Έβγαιναν....γεμισε η θάλασσα με κόκκινες καρδιές και από μπλε έγινε κόκκινη. Όλη η θάλασσα στο χωριό της Λέσβου έγινε κόκκινη. Κι ο ουρανός κόκκινος. Κι ενας βαρκάρης τα' χάσε εκεί που έριχνε τα δυχτια του γιατί τα δυχτια έπιασαν κόκκινες καρδιές αντί για ψάρια. Τα χάσε με τις καρδιές, τα' χάσε με τα χρώματα. Ανέβασε στη βάρκα κάποιες καρδιές και τότε κατάλαβε ότι από τον βυθό κάποιος τον φωνάζει. Ήταν το ψάρι εκείνο. Που μια μέρα αντί να το πιάσει στα δυχτια του, του μίλησε και το άφησε να ζήσει. Και αναρωτιέται κανείς. Ο βαρκάρης είναι κακός; Σκοτώνει ψάρια; Ο βαρκάρης ήθελε απλώς να φάει. Αυτός και η οικογένειά του. Δεν ήξερε πως τα ψάρια είχαν τόση ψυχή. Όταν το' μάθε, δεν πήγε ποτέ ξανά για ψάρεμα. Έκανε απλώς τη βαρκάδα του και επειδή ήξερε τον καημό του ψαριού, κάθε απόγευμα αργά κατά τις οχτώ, του τραγουδούσε. Κι εκείνο έβγαινε στην επιφάνεια και τον ευχαριστούσε. Μιλούσαν, ανταλασσαν λόγια αγάπης, πηδουσε το ψάρι στην βάρκα, φιλούσε τον βαρκάρη, του έλεγε πως τον αγαπά και έφευγε.




Κυριακή 14 Απριλίου 2024

Μακάρι να ήξερα πως να με ακολουθούν.

Μακάρι να ήμουν μάγισσα.

Να έκλεβα καρδιες των ανθρώπων χωρίς να πονάνε.

Με τρόπο απαλο και ήσυχο.

Να τις κλείδωνα σε ένα  μικρό κλουβί στο σπίτι μου.

Όπως κλειδώνουν τα καναρίνια. 

Και τα ταΐζουν....

Τους μιλούν.... 

Να μαζεύονταν πολλοί γύρω μου να γυρέψουν την καρδιά τους. 

Να με ζητήσουν.

Να με δουν.

Δε θα' ταν άσχημα.

Θα κρατούσα την ευτυχία τους στα χέρια μου... 

Έτσι ήμουν πάντα  μέσα μου.

Ένα ατυχές αρπακτικό. Σκοτεινό. 

Πού ό, τι επιθυμεί του πέφτει απ' το στόμα.

Μάγισσα ποτέ δεν έγινα. 

Μονάχα η ζήλια μου μείνε, η μοναξιά και τ'αδειανα τα χέρια.





Παρασκευή 12 Απριλίου 2024

Είτε είσαι ποιητής είτε όχι, μπορεί η καρδιά να μετακινηθεί. Να φύγει από τη θέση της και να πάει αλλού.

Να ταξιδέψει.

Με βαρκούλα ή με πλοίο.

Να προσέχεις. 

Συνήθως ταξιδεύει με λιακάδα.

Κι όμως. 

Κάτω από το κάθισμα να' χεις πάντα μια κουλούρα.




Πέμπτη 8 Φεβρουαρίου 2024







Είμαι κι εγώ μια χίπισσα.

Αλλιώτικη απ' τις άλλες.

Δεν κάνω ναρκωτικά καθόλου.

Ούτε τσιγάρο καν.

Ποτό ελάχιστο.

Παίρνω δύο ladose τη μέρα για κατάθλιψη και ένα άλλο για το άγχος και την παλαβωμάρα μου.

Δε μένω σε κοινοβιο ούτε σε μια καλύβα πα στον άμμο. 

Τραγουδάω πολύ. 

Σεξ ελάχιστο.

Μια στο τόσο. 

Αν ήτανε ευρώ θα έπαιρνα τσίχλες. 

Όμως αγαπάω κάποιον. 

Από μακριά.

Ειδα τα μάτια του. 

Μιλάμε. 

Εναν παππούλη. 

Γέρο.

Ψυχαναλυτή.

Η αγάπη του είναι περίσσια και τη σκορπάει. 

Την επικοινωνία δεν τη φοβάται.

Οταν ξέρει πως σε ευχαριστεί, αν του στείλεις e mail θα σου απαντήσει. 

Του λέω πως τον αγαπώ. 

Του στέλνω ποιήματα αγάπης και έρωτα ανακατεμένα με παμπερς και μπιμπερό γιατι τον μπερδεύω με πατέρα. 

Με ευχαριστεί. 

Μου λέει να "είσαι καλά και καλή. Να αγαπάς τον εαυτό σου. "

Με έκανε χιπισσα. 

Πήρα και φούστα ινδική. 

Και χαιμαλί. 

Κορδέλες στα μαλλιά πάντα φορούσα, αλλά έχω πάρει και καινούριες. 

Τα μαλλιά μου είναι μακριά. 

Μιλώ για την αγάπη. 

Και για την ειρήνη στον κόσμο. 

Με έκανε χιπισσα. 

Μία άλλη χιπισσα. 

Κάνω με τα χέρια μου το σήμα της ειρήνης. 

"Να αγαπάς τον εαυτό σου. " Λέει. 

Του λέω "αυτό το ποίημα σας αξίζει. Είναι γραμμένο για εσας." 

"Είναι εκπληκτικό" μου λέει. Σε σένα αξίζει. 

Ξεχυλίζει από αγάπη και τα μάτια του είναι ζεστά και τρυφερά.

Ανετα σκοτώνεις τη γυναίκα του. 

Και λες πως ήτανε ατύχημα. 

Ο τυχαίος θάνατος της γυναίκας του ψυχαναλυτή. 

Της γυναίκας του παππούλη. 

Έβαλα στα μαλλιά λουλούδια. 

Γέμισε η ψυχή μου με λουλούδια. 

Τι να τα κάνω τα lsd και όλα αυτά τα παλιοπράματα. 

Με έκανε χίπισσα και μόνο που με κοίταξε. 

Τον είδα.

Μία μέρα. 

Από κοντά. 

Σε μια κηδεία. 

Είχε πένθος. 

Ε παππούς είναι, όλο και κάποιο πένθος θα' χει. 

Κι οι νέοι έχουνε πένθος. 

Γι' αυτούς που χάνουνε.

Γι' αυτούς που φεύγουν. 

Γι' αυτούς που δε μιλάνε καν. 

Λες και αν μιλήσουν θα φορτωθείς στην πλάτη τους. 

Βρήκα κι εγώ τον τρόπο μου. 

Εύχομαι να τον βρείτε κι εσείς. 

Αγάπη και ειρήνη εύχομαι.

Παντού. 

Σε όλο τον κόσμο.

 

Ηταν μια πολιτεια οπου οι ανθρωποι ερωτεύονταν. Και αγαπουσαν. Κι αυτη η ερωτικη αγαπη τους γινόταν μπογιά ροζ στα χερια τους και εβαφαν του...