Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μικρές ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μικρές ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 6 Αυγούστου 2025



Ηταν μια πολιτεια οπου οι ανθρωποι ερωτεύονταν. Και αγαπουσαν. Κι αυτη η ερωτικη αγαπη τους γινόταν μπογιά ροζ στα χερια τους και εβαφαν τους τοιχους των σπιτιων. Και των σχολειων. Και των δημοσιων κτηριων. Και των βιβλιοθηκών. Και η ροζ μπογια εμενε στα χερια τους γιατί ηταν πολλή. Και βάφαν και τις πετρες. Και ζουσαν σε έναν ροζ τοπο. Τη θάλασσα την αφηναν γαλαζια. Ομως καποιες φορες οταν τα σύννεφα γίνονταν ροζ γινόταν και η θαλασσα. Κι ετσι ήταν όλα ροζ. Τον ουρανο και τη θαλασσα δεν την πειραζαν. Ουτε τα δεντρα το πρασινο και τα λουλουδια. Ουτε τη φωτια την πείραζαν. Δεν τους αρεσαν απλως οι λευκοι και γκρίζοι τοιχοι. Ουτε τα γκρίζα βότσαλα τους αρεσαν. Για να μην εχουν ολα το ιδιο ροζ χρώμα και ειναι βαρετα δημιουργουσαν ροζ αποχρώσεις. Τα κεραμίδια των σπιτιων τα αφηναν κεραμιδι ή τα βαφαν κόκκινα. Ετσι τους αρεσε καλυτερα. Επειτα στους τοιχους τους εξωτερικους εγραφαν στιχους. Με γραμματα ωραια. Καλλιγραφικα. Οχι μουτζουρες. Δεν τους άρεσαν. Δεν υπηρχαν μουτζουρες. Ουτε βρισιες στους δρομους. "Εδω μονο αεκ μουνια και τετοια. Γαμηθειτε ολοι." Οι λεξεις στους τοιχους ειχαν ποιηση. Τα πιο προσωπικα τα ελεγαν στο αγαπημένο τους προσωπο. Δημιουργησαν στην πλατεία της πολιτειας ενα μαγικό γραμμόφωνο. Επαιζε χωρίς δίσκο γιατί ήταν μαγικό. Ηταν ροζ και εμοιαζε με λουλούδι. Το γεμισαν με ερωτηκες μελωδιες τραγουδια, στιχους και  ποιηση γεματη αγάπη. Το γραμμόφωνο επαιζε συνέχεια.  Ζητησαν κατι απο τους μαγους. Ηταν σημαντικό γι' αυτούς να μπορουν να γεμίζουν το γραμμοφωνο με μελωδιες και ποιηση και μετά τον θάνατό τους. Ετσι κι έγινε. Σε αυτη τη ροζ πολιτεια οι ανθρωποι εφευγαν από τη ζωή, αλλά ο ερωτάς τους έμενε ζωντανός. εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν»

Δευτέρα 15 Απριλίου 2024

 Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα χοντρό ψάρι. Το ψάρι ήταν χοντρό γιατί έτρωγε πολύ. Έτρωγε έτρωγε και φουσκωναν τα μάγουλά του και φούσκωνε με τον καιρό ολόκληρο. Κάποια στιγμή το ψάρι έσκασε. Χωρίς να πεθάνει. Ανέβασε απλώς πολύ πυρετό, σχεδόν 40 και έσκασε. Και τότε άρχισαν να βγαίνουν από το στομάχι του πολλές πολλές κόκκινες καρδιές. Πάρα πολλές. Κόκκινες μικρές καρδιές. Χιλιάδες. Έβγαιναν.... Έβγαιναν....γεμισε η θάλασσα με κόκκινες καρδιές και από μπλε έγινε κόκκινη. Όλη η θάλασσα στο χωριό της Λέσβου έγινε κόκκινη. Κι ο ουρανός κόκκινος. Κι ενας βαρκάρης τα' χάσε εκεί που έριχνε τα δυχτια του γιατί τα δυχτια έπιασαν κόκκινες καρδιές αντί για ψάρια. Τα χάσε με τις καρδιές, τα' χάσε με τα χρώματα. Ανέβασε στη βάρκα κάποιες καρδιές και τότε κατάλαβε ότι από τον βυθό κάποιος τον φωνάζει. Ήταν το ψάρι εκείνο. Που μια μέρα αντί να το πιάσει στα δυχτια του, του μίλησε και το άφησε να ζήσει. Και αναρωτιέται κανείς. Ο βαρκάρης είναι κακός; Σκοτώνει ψάρια; Ο βαρκάρης ήθελε απλώς να φάει. Αυτός και η οικογένειά του. Δεν ήξερε πως τα ψάρια είχαν τόση ψυχή. Όταν το' μάθε, δεν πήγε ποτέ ξανά για ψάρεμα. Έκανε απλώς τη βαρκάδα του και επειδή ήξερε τον καημό του ψαριού, κάθε απόγευμα αργά κατά τις οχτώ, του τραγουδούσε. Κι εκείνο έβγαινε στην επιφάνεια και τον ευχαριστούσε. Μιλούσαν, ανταλασσαν λόγια αγάπης, πηδουσε το ψάρι στην βάρκα, φιλούσε τον βαρκάρη, του έλεγε πως τον αγαπά και έφευγε.




Πέμπτη 11 Ιανουαρίου 2024

Νυχτερινά Παραμύθια



Μια φορά κι έναν καιρό ήταν η κοπέλα - κούκλα. Οι κούκλες συνήθως είναι όμορφες. Όμως εκείνη ήταν μια άσχημη κοπέλα  κούκλα. Τα μαλλιά της ήταν αχτένιστα πολύ και τα ρούχα της παλαιωμένα και σκισμένα. Ήταν κοπέλα πλαστική κούκλα. Όχι μεγάλης αξίας. Όχι; Μα τι είπα. Όχι. Αξία είχε. Δε φαινόταν, όμως είχε. Όπως έχει κάθε κοπέλα - κούκλα που δεν πείραξε ποτέ κανέναν. Η κοπέλα -  κούκλα ήθελε πάντα να κάνει το καλό. Είχε καλή πρόθεση για τους άλλους. Δεν ήθελε να τους βλάψει ή να τους κάνει να αισθανθούν άσχημα. Ηθελε να κάνει τους ανθρώπους γύρω της χαρούμενους. Όμως δεν τα κατάφερνε πάντα. Έτσι φαίνεται. Γιατί πολλοί ήταν οι άνθρωποι που δεν τη θελαν στη ζωή τους. Πολλοί ήταν οι άνθρωποι που την αγνοούσαν. Πολλοί ήταν οι άνθρωποι που δε συγκινούνταν με τις ζωγραφιές της, το τραγούδι της και τα ποιήματά της Ή με τις σκέψεις της. Και κάποιοι άνθρωποι μπερδευαν τα ποιήματα με τις απλές της σκέψεις. Πόσοι μα πόσοι πολλοί αδιαφορούσαν. Όμως δεν ήταν αυτό μόνο που την πείραζε. Την πείραζε και κάτι άλλο. Ότι οι ελάχιστοι άντρες που την πλησίαζαν, το έκαναν κυρίως για να κάνουν σεξ. Δεν είχαν υπομονή και το ήθελαν εδώ και τώρα από την πρώτη νύχτα. Εύκολα μετά την άφηναν. Την ξεχνούσαν. Ίσως η κοπέλα - κούκλα να μην ήταν τόσο απελευθερωμενη και να τους άφηνε αδιάφορους. Ίσως η κοπέλα - κούκλα κάπως να φοβόταν και να ήθελε χρόνο. Να μην εμπιστευοταν εύκολα. Την κοπέλα - κούκλα όμως υπήρχαν και λίγοι άνθρωποι που την θελαν στη ζωή τους. Η κοπέλα - κούκλα δεν θέλησε να πάει να ραφτεί. Η να χτενισει τα μαλλιά της. Όχι. Έβαζε στη ζωή της όσους τη θελαν στη ζωή τους έτσι. Και πίστευε ότι η εξωτερική ομορφιά είναι μια αξία πολύ επιφανειακή και υπερεκτιμημένη. Μια μέρα η κοπέλα - κούκλα σκέφτηκε να πάει σε ένα κατάστημα παιχνιδιών και να ζητήσει να μπει στον πάγκο προς πώληση. Ο καταστηματάρχης όμως της είπε πως έτσι άσχημη που είναι δεν έχει καμία αξία και δεν θα πωληθεί ποτέ. Επίσης έτσι άσχημη που είναι θα κάνει άσχημη και τη βιτρίνα και οι περαστικοί που την χαζεύουν δε θα μπαίνουν μέσα να ψωνίσουν. Η κοπέλα - κούκλα κατάλαβε τότε πως η θέση της δεν ήταν εκεί. Σκέφτηκε λοιπόν να πάει σε μια παιδική χαρά. Και να κάτσει πάνω σε μια κούνια. Τα παιδάκια όταν την βρήκαν έπαιξαν μαζί της κι εκείνη χάρηκε. Όμως δεν την πήραν μαζί τους στο σπίτι γιατί η μητέρα τους τους είπε πως έχουν κούκλες πολύ καλύτερες από αυτήν. Απελπισμένη καθώς ήταν πήγε και ξάπλωσε  δίπλα σε μια λίμνη. Έπειτα από αρκετή ώρα ήρθε δίπλα της ένας γλάρος. "Γειά σου. Τι κάνεις; Πώς σε λένε; " Της είπε ο γλάρος. "Είμαι η κοπέλα - κούκλα " απάντησε εκείνη. Και ξεκίνησαν ο γλάρος και η κοπέλα - κούκλα να μιλάνε. Πέρασαν πολύ όμορφα και έδωσαν ραντεβού στην λίμνη για να ξαναμιλήσουν. Με τον καιρό ο γλάρος και η κοπέλα - κούκλα δέθηκαν συναισθηματικά και δημιούργησαν μια όμορφη σχέση αγάπης. Όταν η κοπέλα - κούκλα αγκάλιασε τον γλάρο μεταμορφωθηκαν και οι δύο. Η κοπέλα - κούκλα έγινε μια κοπέλα με καλή ψυχή, όπως ήταν και η κούκλα λίγο γεματούλα και λίγο απεριποίητη. Ο γλάρος έγινε ένας άντρας γλυκός και αστείος στα μάτια και στα λόγια  με μια γλυκιά και αστεία φατσούλα. Όμως στην ψυχή της η κοπέλα συνέχιζε να έχει κάτι από κοπέλα - κούκλα και ο άντρας συνέχιζε να έχει κάτι από γλάρο. Έτσι η κοπέλα ήξερε πολλά και για τις κοπέλες - κούκλες και ο άντρας ήξερε πολλά για τους γλάρους. Για να βιοποριστούν η κοπέλα άρχισε να φτιάχνει κοπέλες - κούκλες με ωραία και περιποιημένα μαλλιά και ρούχα και ο άντρας  άρχισε να μαθαίνει μικρά γλαρόνια να πετάνε. Η κοπέλα με τον καιρό και με τη χαρά που αισθανόταν έμαθε να περιποιείται περισσότερο τον εαυτό της. Μια μέρα η κοπέλα ειπε στον άντρα. "Εγώ ήμουν πλαστική και η αγάπη μας με έκανε άνθρωπο χαρούμενο με σάρκα, καρδιά και οστά. Εσύ όμως είχες καρδιά. Ήσουν γλάρος. Είχες φτερά και μπορούσες να πετάς. Η αγάπη μας σου έκοψε τα φτερά σου. " Κι εκείνος της απάντησε πως συνεχίζει να πετά με έναν άλλο τρόπο. Πέτα η ψυχή του. Ο νους και η φαντασία του. Πέτα όχι γιατί έχει φτερά, αλλά γιατί νιώθει γαλήνη, ελευθερια και ευτυχία. Κι επίσης της είπε πως θα ήθελε να τη μάθει κι εκείνη να πέτα. Έτσι της είπε πως θα μπορούσαν να φθάσουνε στον ήλιο. Κι εκείνη του είπε πως έτσι θα μπορούσαν να φθάσουν και στ' αστέρια. Κι έτσι.... ζησαν αυτοί καλά και εμείς αξίζει να προσπαθήσουμε  να ζήσουμε το ίδιο καλά και ακόμα καλύτερα.

Κυριακή 5 Ιουνίου 2022




 Ο Ίκαρος έφτιαξε τα ψεύτικα φτερά του. Του πήρε καιρό πολύ."Τι κάνεις Ίκαρε" τον ρωταγαν. Δεν πολύ - μιλούσε. Δεν πολύ - απάνταγε. Έλεγε κάποιες φορές ένα ξερό "καλά" κι αυτό με χίλια ζόρια. Ο Ίκαρος είχε μυστικά. Είχε οργή και θλίψη. Είχε ανάγκη για εκδίκηση. Ήθελε το αίμα που έφτυσε να το πάρει πίσω. Αρκετά υπέφερε. Αρκετά είχε υποστεί. Δεν πήγαινε άλλο. Η λύση είχε βρεθεί. Έκανε υπολογισμούς, μετρούσε και σχεδίαζε τα ψεύτικα φτερά του. Είχε δουλειά πολλή. Μέρα νύχτα δούλευε για την σωτηρία του. Ο Ίκαρος δεν ήταν πλέον απλώς ένας άντρας. Όχι. Δεν ήταν απλώς ένας άνθρωπος. Ήταν ένας υπέρ - άνθρωπος. Ήταν ένας υπερ - άντρας. Ήταν αυτό που λέμε superman. Ένας άνθρωπος με υπέρ - δυνάμεις που μπορούσε να κατακτήσει κάθε γυναίκα. Κάθε άνθρωπο στην γη με ένα άλμα. Με ένα κούνημα των χεριών του. Πλέον ο Ίκαρος μπορούσε να κατακτήσει τον κόσμο με ένα κούνημα των χεριών του πάνω - κάτω, πάνω - κάτω συνέχεια. Γυναίκες θα του έστελναν ερωτικά ποιήματα και θα ζητούσαν απελπισμένα να τον γνωρίσουν. Γυναίκες θα τον τράβαγαν η μία από εδώ ή άλλη από εκεί, θα του ξεχύλωναν τα ρούχα και θα τα έσκιζαν. Γυναίκες θα είχαν στη χούφτα τους κομμάτι ύφασμα από τα ρούχα του. Θα το μυριζαν και θα το φιλούσαν. Γυναίκες θα τον ήθελαν απελπισμένα. Κι αυτός θα διάλεγε την καλύτερη. Αυτη που θα του ταίριαζε περισσότερο. Θα ήταν έξυπνη, όμορφη και πετυχημένη. Θα είχε γλυκιά φωνή και θα τραγούδαγε ωραία. Ε αμάν πια. Κουράστηκε. Οι εφημερίδες θα τον είχαν πρωτοσέλιδο. Ε αμάν πια. Κουράστηκε. Ο Ίκαρος πίστεψε πως δεν χρειαζόταν να δοκιμάσει τα ψεύτικα φτερά του στην αμμουδιά πηδώντας από το έδαφος στο έδαφος. Κάνοντας ένα αλματάκι, κουνώντας πάνω κάτω τα χέρια του ρυθμικά και γρήγορα. Ο Ίκαρος δεν πίστεψε ότι για να πηδηξει από βράχο ψηλό πρέπει από κάτω να υπάρχει ένα τεράστιο δίχτυ ασφαλείας πολύ μελετημένο. Ο Ίκαρος δεν πίστεψε πως όση μελέτη πρέπει να κάνει για τα φτερά του, άλλη τόση πρέπει να κάνει και για το δίχτυ ασφαλείας του. Ο Ίκαρος δεν αμφισβήτησε τον εαυτό του και τις πεποιθήσεις του. Είχε κουραστεί πλέον. Ο Ίκαρος δεν είχε πια κέφι για "μα - μου" και "μήπως δεν είναι ακριβώς έτσι" Ο Ίκαρος με τα ψεύτικα φτερά του, πηδηξε απλώς από έναν ψηλό βράχο και σκοτώθηκε.Το κρανίο του έγινε κομμάτια. Ο εγκέφαλος του έλιωσε. Το αίμα κύλησε ποτάμι. Αυτός ήταν ο Ίκαρος. Και όλες οι γυναίκες είπαν πως ήτανε τρελός.

Σάββατο 23 Μαΐου 2020

Για πολύ καιρό δεν ήξερε πως ήταν τριαντάφυλλο.






Για πολύ καιρό δεν ήξερε πως ήταν τριαντάφυλλο. Έπαιζε στον κήπο με μια θλίψη. Σίγουρα θα ήταν κάτι λιγότερο από όλα τα άλλα τριαντάφυλλα και τα υπόλοιπα λουλούδια που υπήρχαν. Γιατί αν ήταν τριαντάφυλλο όλοι θα του χαμογελούσαν γιατί αγαπάν τα τριαντάφυλλα. Τους συγκινούν, τους ξυπνούν μνήμες και τους ταξιδεύουν. Τους κάνουν να ονειρεύονται, να ελπίζουν και να αγαπούν. Είναι τόσο όμορφα τα τριαντάφυλλα!! Όχι, όχι εκείνο πίστευε πως αποκλείεται να ήταν. Ίσως επίσης να μην είχε και τόσο ωραίο άρωμα. Ίσως τα άλλα λουλούδια να ήταν πιο ωραία. Αφού κανένας ποτέ δεν του μίλησε για το πόσο όμορφα μυρίζει. Αφού κάποτε κόντεψαν να το τσαλαπατήσουνε και να το σκοτώσουν. Ίσως το χρώμα του να μην ήταν όμορφο. Να ήταν κάποιο που το έκανε να γίνεται απαρατήρητο. Δεν τολμούσε να ρωτήσει τα άλλα τριαντάφυλλα πώς ήταν. Ούτε τα υπόλοιπα λουλούδια του κήπου αυτού. Το φόβιζε η απάντηση. Υπέθετε μόνο από τα φερσίματα. Άλλες φορές πίστευε πως ήταν κάποιο λουλούδι κόκκινο. Άλλες φορές πίστευε πως ήταν καφετί. Άλλες άσπρο… άλλες μαύρο… Περισσότερο κατέληγε στο μαύρο. Κάποιες φορές όμως σκεφτόταν μήπως ήταν κίτρινο ή πορτοκαλί. Δεν είναι άσχημο και το κίτρινο. Ούτε το πορτοκαλί. Φοβόταν πολύ να ρωτήσει τα άλλα τριαντάφυλλα. Αυτά που ήταν δίπλα του και το ζούσαν περισσότερο. Άλλωστε ποιος ξέρει αν θα του έλεγαν αλήθεια. Είχε απομονωθεί από τα άλλα τριαντάφυλλα γιατί ένιωθε πιο άσχημο. Η απομόνωση έβρισκε πως ήτανε μια λύση. Ίσως η καλύτερη. Και πως δεν είχε όπως αυτά την ίδια καλή τύχη. Άλλωστε και οι γονείς του ποτέ δεν του είχαν πει πως ήταν κάτι το ιδιαίτερο. Έτσι λοιπόν ζούσε όλη του τη ζωή. Όταν ήτανε πιο νέο αγάπησε κάποια όμορφα λουλούδια και κάποια λιγότερο όμορφα, αλλά με καλή ψυχή, με πάθος πολύ. Έζησε υπέροχες στιγμές μαζί τους που δεν κρατήσαν για πολύ. Δεν κράταγε πολύ η μια στιγμή, δεν κράταγε η δεύτερη, δεν κράταγε η τρίτη…. Είδε κι απόειδε πια και το πήρε απόφαση. Τέρμα πια οι αγάπες με τα άλλα τα λουλούδια. Στιγμές υπέροχες που σβήνουν και γίνονται με μιας ασήμαντη σκόνη. Μη φανταστείτε καμιά αστερόσκονη, όχι. Ήλπιζε κάποιες φορές να γίνονταν τουλάχιστον οι εμπειρίες αστερόσκονη, αλλά μπα… Ασήμαντη σκόνη. Είδε κι απόειδε λοιπόν και έπαψε με τα άλλα λουλούδια να μιλάει. Έλεγε μόνο τα τυπικά. Καλημέρα, τι κάνετε; Καλά ευχαριστώ. Καλό σας απόγευμα. Ωραίος καιρός σήμερα. Καλή σας νύχτα. Ώσπου μια μέρα… Απόγευμα ήτανε θαρρώ. Ένα ανοιξιάτικο απόγευμα.. Ένα κοριτσάκι, εκεί που έπαιζε στον κήπο, ξάπλωσε δίπλα του. Κι αφού τραγούδησε έβγαλε ένα καθρεφτάκι. Το τριαντάφυλλό μας σάστισε!!! Δεν περίμενε ότι κάτι τέτοιο θα συνέβαινε. Το καθρεφτάκι ήταν πολύ κοντά. Αν έγερνε λίγο θα έβλεπε πώς ήταν. Ώ Θεέ μου!!! Δεν το χωρούσε το μυαλό του!!! Επιτέλους θα μάθαινε πώς ήταν!!! Αλλά η καρδιά του χτυπούσε δυνατά!!! Θα μπορούσε άραγε να αντέξει την πραγματικότητα; Κι αν ήταν πολύ σκληρή; Κι αν το πονούσε αφόρητα; Και αν ντρεπόταν περισσότερο για όλη την υπόλοιπη ζωή του; Κι αν του ερχόταν να πεθάνει;!!! Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά και άρχισε να τρέμει!!! Όχι, όχι, δεν θα το κάνει… δεν θα κοιτάξει…. όχι…. Μα… είχε περιέργεια…. Άρχισε να κουνά πέρα δώθε τα φύλλα του… Ήταν κάπως νευρικό… Αρκετά θα λέγαμε… Ώσπου.. Ώσπου… την πήρε την απόφαση. Γέρνει γρήγορα και βλέπει!!! Ω θεέ μου!!! Είδε!!! Είδε!!!! Επιτέλους είδε!!! Δεν πίστευε αυτό που έβλεπε!!! Μήπως ο καθρέφτης ήταν μαγικός; Και τα έκανε να φαίνονται όλα ωραία; Κοίταξε το κοριτσάκι κι έπειτα κοίταξε το είδωλο του κοριτσιού στον καθρέφτη. Ήταν ίδιο. Μήπως ο καθρέφτης ομορφαίνει μόνο τα λουλούδια; Όχι. Μάλλον ήταν αλήθεια. Ήταν αυτό που έβλεπε!!! Ένα υπέροχο κόκκινο τριαντάφυλλο!!! Απίστευτο!!! Αυτό που συνέβαινε ήτανε απίστευτο!!! Όλη του τη ζωή την έζησε πιστεύοντας πως ήταν κάτι άλλο. Κι όμως ήταν ένα υπέροχο κόκκινο τριαντάφυλλο!!! Αλλά δεν το αγαπήσαν. Ίσως τότε να ήταν ένα υπέροχο κόκκινο τριαντάφυλλο που δεν το αγαπήσαν. Αναρωτήθηκε γιατί, αλλά δεν μπόρεσε να δώσει μιαν απάντηση. Μήπως έχει κάτι που δεν είναι αρεστό και δεν το ξέρει; Ξέρει όμως τουλάχιστον αυτό. Ότι είναι ένα υπέροχο κόκκινο τριαντάφυλλο!!! Και τώρα; Τώρα; Σκέφτεται μάλλον να συνεχίσει την ίδια τη ζωή. Γιατί έχει κάτι φαίνεται που δεν είναι αρεστό. Μήπως τελικά δεν είναι όλα τα κόκκινα τριαντάφυλλα αρεστά; Μήπως νόμιζε, αλλά έκανε λάθος; Μάλλον θα συνεχίσει την ίδια τη ζωή. Τη ζωή που έκανε. Αλλά… μπορεί και όχι. Μπορεί να αλλάξει κάτι. Θα σκεφτεί. Θα φανταστεί. Μήπως να αρχίσει ξανά να ονειρεύεται; Μήπως να αρχίσει ξανά να ερωτεύεται; Μήπως να αρχίσει πάλι να μιλά; Τι να κάνει, δεν ξέρει… Θα το σκεφτεί… 

 


Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2019

Το παγωμένο παιδί



   Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα μικρό παιδί κάπου τριών ετών, ίσως και τεσσάρων, έξυπνο και δημιουργικό, γελαστό, με πολλή φαντασία και διάθεση να μάθει καινούρια πράγματα, όπως και τα άλλα παιδιά της ηλικίας του. Αυτό το παιδί κάποια μέρα το πλησίασε ένας κύριος, μπορεί και κυρία και του είπε κάποια πράγματα που το πλήγωσαν βαθιά. Την επόμενη ημέρα ο ίδιος κύριος ή η ίδια κυρία, το ξανάπλησίασε και του είπε πάλι κάποια πράγματα που το πλήγωσαν βαθιά. Αυτό γινόταν κάθε μέρα. Κάθε μέρα το μικρό παιδί πληγωνόταν βαθιά. Ώσπου μια μέρα σκέφτηκε κάτι. Είχε μια ωραία ιδέα. Να γυρίσει την πλάτη του στον κύριο ή την κυρία που - μετα συγχωρήσεως - του έλεγαν παπαριές κι έπειτα να κλείσει και τα αυτιά του ώστε ούτε να βλέπει, ούτε να ακούει. Έτσι κι έκανε. Απο την επόμενη ημέρα και κάθε μέρα το μικρό παιδί γύριζε την πλάτη του στον κύριο ή την κυρία με τις παπαριές κα έκλεινε τα αυτιά του. Το μικρό παιδί σε αυτή τη θέση ένιωθε καλύτερα και ήταν χαρούμενο. Απ' το πολύ όμως που καθόταν έτσι κοκάλωσε. Και πάγωσε. Κι έμεινε εκεί για πάντα έτσι σαν άγαλμα. Κάθε ένας που του μιλούσε, εκείνο στεκόταν έτσι. Όταν ήρθε και ο δάσκαλος να του μιλήσει στάθηκε έτσι. Το κοκαλωμένο παιδί σε αυτή τη θέση δε μπορούσε να ακούσει τον δάσκαλο. Ούτε τον φίλο. Ούτε τους σοφούς των βιβλίων. Περνούσαν τα χρόνια και το παιδί αντί να δημιουργεί, να ζει, να αγαπά και να μαθαίνει καινούρια πράγματα έσπαγε το κεφάλι του πως θα ξεκοκαλώσει. Λίγα πράγματα έμαθε και έζησε στη ζωή του. Τα έμαθε καο τα έζησε από την προσπάθειά του να ξεκοκαλώσει. Κι επειδή είχε μεγάλη άγνοια για πολλά, άμα άνοιγε το στόμα του να μιλήσει, παρόλο που η πρόθεσή του ήταν καλή και κατέβαλε κάποια προσπάθεια, όλοι έλεγαν "Τι λέει μωρέ ο παπάρας."

Σάββατο 7 Σεπτεμβρίου 2019

Άλλο ένα παράξενο ζευγάρι.



Μια φορα και έναν καιρό ήταν ένα ζευγάρι όπου ο άντρας ήταν κοντός και η γυναίκα ήταν ψηλή. Όμως του άντρα δεν του άρεσε καθόλου που η γυναίκα του ήταν ψηλή και της γυναίκας δεν της άρεσε καθόλου που ο άντρας της ήταν κοντός, παρόλο και οι δύο έβρισκαν στους συντρόφους τους κάποια άλλα χαρίσματα. Έτσι κάθε μέρα ο άντρας ζουπούσε την γυναίκα του στο κεφάλι να κοντινέι και η γυναίκα τράβαγε από το κεφάλι τον άντρα της για να ψηλώσει. Δυστυχώς όμως δεν κατάφερναν τίποτα. Ο άντρας δεν ψήλωνε και η γυναίκα δεν κόνταινε. Τη λύση δε, να βάλει ο άντρας ξυλοπόδαρα δεν την ήθελαν ούτε ο ένας ούτε ο άλλος. Το αποτέλεσμα ήταν από το πολύ το ζούπιγμα και από το πολύ το τράβιγμα κάθε μέρα να έχουν πονοκέφαλο.

Παρασκευή 30 Ιουνίου 2017



   Η Ευτυχία αγαπάει τους ανθρώπους, της φαίνονται όμως οι περισσότεροι κομματάκι τρελοί. Βγαίνουν όλοι στους δρόμους να την ψάξουν. Άλλοι τρέχουν. Άλλοι βαδίζουν ήρεμα. Κάποιοι έχουν σχεδιάγραμμα. Κάποιοι ρωτάνε τους περαστικούς. Άλλοι την ψάχνουν με το ένστικτο. Κάποιοι φωνάζουν το όνομά της. Σηκώνονται απ' τα χαράματα κάποιοι να την ψάξουν και άλλοι βγαίνουν στους δρόμους το απογευματάκι μετά από την δουλειά. Κάποιοι περνάνε από δίπλα της, την αντικρίζουν, δεν καταλαβαίνουν όμως πως είναι αυτή και συνεχίζουν το ψάξιμο. Δεν το καταλαβαίνουν ίσως γιατί είναι μια απλή, πολύ απλή κοπέλα. Ίσως να την περίμεναν πιο εντυπωσιακή. Εκείνη όμως είναι χαμηλών τόνων και σεμνή, γλυκιά και χαμογελαστή. Όσοι αντιλαμβάνονται πως είναι εκείνη, την παρακαλάνε να πάει να μείνει στο σπίτι τους. Κάποιοι την τραβάνε. Τους λέει "Δε χρειάζεται να με τραβάς" θα έρθω σπίτι σου με τη θέλησή μου". Και τους ακολουθεί. Κάθε μέρα σχεδόν ακολουθεί και κάποιον άλλο. Πολλοί άνθρωποι την φέρνουν μέχρι το σπίτι τους. Της το δείχνουν απ' έξω. "Να, αυτό είναι το σπίτι μου" της λένε. Ανοίγουν την πόρτα. Πάει η Ευτυχία να μπει και της την κλείνουν. "Φύγε τώρα" της λένε. Άλλοι την πηγαίνουν πάλι ως το σπίτι τους. Της το δείχνουν απ' έξω. Ανοίγουν την πόρτα και τη βάζουν μέσα. Αν έχουν οικογένεια της την γνωρίζουν. Εδώ θα μένεις της λένε. Τελικά όμως, επειδή δεν τον μπορούν τον ξένο άνθρωπο στο σπίτι τους, μετά από λίγες ημέρες την διώχνουν. "Άκου να δεις" της λένε "Έψαξα πολύ για να σε βρω. Περίμενα πως όταν έμπαινες στο σπίτι μας θα άλλαζε προς το καλύτερο όλη μας η ζωή. Εσύ όμως δε μιλάς, δε λαλάς...κάθεσαι μόνο και μας κοιτάζεις. Δε ξέρουμε τι να σε κάνουμε. Μας είσαι βάρος. Δε μπορούμε να σε κρατήσουμε άλλο. Θα θέλαμε να φύγεις από εδώ." Και η Ευτυχία φεύγει. Υπάρχουν και κάποιοι που όταν τη βρουν, της ανοίξουν την πόρτα και τη βάλουν στο σπίτι τους, την καλοδέχονται αρχικά με μια κούπα ζεστό μυρωδάτο τσάι. Έπειτα της έχουν ζεστό νερό για να πλυθεί, ρούχα καθαρά και φρεσκοσιδερωμένα, νόστιμο φαγητό κι ένα ζεστό κρεβάτι για να κοιμηθεί. Την γνωρίζουν σε όλη την οικογένεια. Συνδέονται με τον καιρό μαζί της. Την αγαπούν, τη φροντίζουν και τη νιώθουν ένα με την οικογένεια. Την ρωτούν, την ακούν και την εμπιστεύονται. Κάποια στιγμή αναρωτιούνται. Όλος ο κόσμος σε ψάχνει Ευτυχία. Μήπως είναι άδικο να σε έχουμε εμείς μονάχα;" Τότε εκείνη τους σκουντάει....τους σκουντάει....και ξυπνούν. Και βλέπουν με το φως του ήλιου πως η Ευτυχία που ονειρεύτηκαν είναι οι άνθρωποι που υπάρχουν στη ζωή τους. Και οι ίδιοι όταν κοιτούν τον εαυτό τους στον καθρέφτη. Κι έπειτα σηκώνονται και κάθε γωνιά του σπιτιού τους την θυμίζει. Ό, τι κάνουν μες το σπίτι τους την θυμίζει. Βγαίνουν έξω και ο ήλιος τους την θυμίζει. Το κελάιδισμα του πουλιού, τα δέντρα και τα λουλούδια. Οι περαστικοί....οτιδήποτε έχουν να κάνουν....Υπάρχουν και άλλοι που ενώ τη συνάντησαν εκεί στο όνειρό τους, σαν αγαπητή μέσα στο σπίτι τους, βγαίνουν έξω και αντικρίζουν βομβαρδισμένα τοπία. Και ανθρώπους χτυπημένους και τραυματισμένους. Ανθρώπους που έχασαν τους δικούς τους. Τότε ξεκινούν να λεν σε αυτούς τους ανθρώπους την ιστορία τους. Πώς τρύπωσε δηλαδή η Ευτυχία και πώς κατοικεί μέσα τους. Πώς είναι. Πώς τους ζεσταίνει την ψυχή τους. Πώς τους ομορφαίνει την καθημερινότητα. Πως τους βοηθά να κατανοήσουν τον κόσμο. Την καλοσύνη και την ασχήμια του. Τη ζεστασιά και τη βία του. Έπειτα τους χαμογελούν, τους αγκαλιάζουν και τους φιλούν.

Πέμπτη 29 Ιουνίου 2017



  

   Ο ανασφαλής άνθρωπος ζει σε ένα όμορφο καλύβι στο δάσος. Για να νιώσει ασφάλεια ο ανασφαλής άνθρωπος, κλειδώνει την πόρτα του και σπανίως βγαίνει από το σπίτι. Συνήθως σε κοιτάζει από το μικρό του παράθυρο και αν θέλει να σου μιλήσει σου κάνει νοήματα μέσα απ' το τζάμι. Επίσης αρέσει στον ανασφαλή άνθρωπο να το παίζει cool. Τέλος, καθώς δεν του αρέσει να βγαίνει έξω, ο ανασφαλής άνθρωπος γνωρίζει μόνο πώς αισθάνεται. Βέβαια γνωρίζει και το τι υπάρχει μες το καλύβι του. Για παράδειγμα ένα πιάτο, ένα πιρούνι, φαγητό, ένα κρεβάτι, κάποια βιβλία....το μέρος...και κάποια άλλα. Επίσης ο ανασφαλής άνθρωπος απορεί γιατί, όταν μιλάει με τα νοήματά του μέσα απ' το τζάμι, συνήθως οι περαστικοί αδιαφορούν. Και η ανασφάλειά του όλο και μεγαλώνει. Αν σκεφτεί ο ανασφαλής άνθρωπος ότι εκεί έξω υπάρχουν πολλά που δεν τόλμησε να τα γνωρίσει, θα έρθει σε επαφή με μια πραγματικότητα που τον πονάει. Έτσι δεν το σκέφτεται και χαμογελά. Αν φοβάσαι ότι ο κόσμος θα σε φάει, δεν θα τον γνωρίσεις ποτέ.

Τετάρτη 4 Μαΐου 2016




Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας άνθρωπος που έψαχνε δύο πράγματα.


Το πρώτο πράγμα που έψαχνε ήταν η μεγάλη αξία που είχε ως άνθρωπος που ήταν.


Το δεύτερο πράγμα που έψαχνε ήταν ένα δαχτυλίδι μεγάλης αξίας που είχε χάσει στην άμμο ή στα ρηχά της θάλασσας.


Για την μεγάλη του αξία ως άνθρωπος που ήταν δε ρώτησε κανέναν μήπως τη βρήκε.


Για το δαχτυλίδι μεγάλης αξίας ρώτησε πολλούς.


Μάλιστα ένας γέροντας του είπε πως μεγάλη αξία, δεν έχουν τα μεγάλης αξίας δαχτυλίδια, αλλά άλλα πράγματα.


Εκείνος συμφώνησε, αλλά συνέχισε να ψάχνει.


Έψαχνε κάθε μέρα και για τα δύο.


Πρώτα βρήκε την μεγάλη του αξία που είχε ως άνθρωπος που ήταν.


Έπειτα από πολύ καιρό βρήκε και το δαχτυλίδι μεγάλης αξίας που είχε χάσει εν τέλει στα ρηχά της θάλασσας.


Πιο πολύ χάρηκε για την μεγάλη αξία που βρήκε πως έχει ως άνθρωπος.


Όσο για το δαχτυλίδι δεν ήταν σίγουρος τελικά για το αν είχε τόση αξία όση νόμιζε.



Ηταν μια πολιτεια οπου οι ανθρωποι ερωτεύονταν. Και αγαπουσαν. Κι αυτη η ερωτικη αγαπη τους γινόταν μπογιά ροζ στα χερια τους και εβαφαν του...