Ηταν μια πολιτεια οπου οι ανθρωποι ερωτεύονταν. Και αγαπουσαν. Κι αυτη η ερωτικη αγαπη τους γινόταν μπογιά ροζ στα χερια τους και εβαφαν τους τοιχους των σπιτιων. Και των σχολειων. Και των δημοσιων κτηριων. Και των βιβλιοθηκών. Και η ροζ μπογια εμενε στα χερια τους γιατί ηταν πολλή. Και βάφαν και τις πετρες. Και ζουσαν σε έναν ροζ τοπο. Τη θάλασσα την αφηναν γαλαζια. Ομως καποιες φορες οταν τα σύννεφα γίνονταν ροζ γινόταν και η θαλασσα. Κι ετσι ήταν όλα ροζ. Τον ουρανο και τη θαλασσα δεν την πειραζαν. Ουτε τα δεντρα το πρασινο και τα λουλουδια. Ουτε τη φωτια την πείραζαν. Δεν τους αρεσαν απλως οι λευκοι και γκρίζοι τοιχοι. Ουτε τα γκρίζα βότσαλα τους αρεσαν. Για να μην εχουν ολα το ιδιο ροζ χρώμα και ειναι βαρετα δημιουργουσαν ροζ αποχρώσεις. Τα κεραμίδια των σπιτιων τα αφηναν κεραμιδι ή τα βαφαν κόκκινα. Ετσι τους αρεσε καλυτερα. Επειτα στους τοιχους τους εξωτερικους εγραφαν στιχους. Με γραμματα ωραια. Καλλιγραφικα. Οχι μουτζουρες. Δεν τους άρεσαν. Δεν υπηρχαν μουτζουρες. Ουτε βρισιες στους δρομους. "Εδω μονο αεκ μουνια και τετοια. Γαμηθειτε ολοι." Οι λεξεις στους τοιχους ειχαν ποιηση. Τα πιο προσωπικα τα ελεγαν στο αγαπημένο τους προσωπο. Δημιουργησαν στην πλατεία της πολιτειας ενα μαγικό γραμμόφωνο. Επαιζε χωρίς δίσκο γιατί ήταν μαγικό. Ηταν ροζ και εμοιαζε με λουλούδι. Το γεμισαν με ερωτηκες μελωδιες τραγουδια, στιχους και ποιηση γεματη αγάπη. Το γραμμόφωνο επαιζε συνέχεια. Ζητησαν κατι απο τους μαγους. Ηταν σημαντικό γι' αυτούς να μπορουν να γεμίζουν το γραμμοφωνο με μελωδιες και ποιηση και μετά τον θάνατό τους. Ετσι κι έγινε. Σε αυτη τη ροζ πολιτεια οι ανθρωποι εφευγαν από τη ζωή, αλλά ο ερωτάς τους έμενε ζωντανός. εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν»
Τετάρτη 6 Αυγούστου 2025
Δευτέρα 15 Απριλίου 2024
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα χοντρό ψάρι. Το ψάρι ήταν χοντρό γιατί έτρωγε πολύ. Έτρωγε έτρωγε και φουσκωναν τα μάγουλά του και φούσκωνε με τον καιρό ολόκληρο. Κάποια στιγμή το ψάρι έσκασε. Χωρίς να πεθάνει. Ανέβασε απλώς πολύ πυρετό, σχεδόν 40 και έσκασε. Και τότε άρχισαν να βγαίνουν από το στομάχι του πολλές πολλές κόκκινες καρδιές. Πάρα πολλές. Κόκκινες μικρές καρδιές. Χιλιάδες. Έβγαιναν.... Έβγαιναν....γεμισε η θάλασσα με κόκκινες καρδιές και από μπλε έγινε κόκκινη. Όλη η θάλασσα στο χωριό της Λέσβου έγινε κόκκινη. Κι ο ουρανός κόκκινος. Κι ενας βαρκάρης τα' χάσε εκεί που έριχνε τα δυχτια του γιατί τα δυχτια έπιασαν κόκκινες καρδιές αντί για ψάρια. Τα χάσε με τις καρδιές, τα' χάσε με τα χρώματα. Ανέβασε στη βάρκα κάποιες καρδιές και τότε κατάλαβε ότι από τον βυθό κάποιος τον φωνάζει. Ήταν το ψάρι εκείνο. Που μια μέρα αντί να το πιάσει στα δυχτια του, του μίλησε και το άφησε να ζήσει. Και αναρωτιέται κανείς. Ο βαρκάρης είναι κακός; Σκοτώνει ψάρια; Ο βαρκάρης ήθελε απλώς να φάει. Αυτός και η οικογένειά του. Δεν ήξερε πως τα ψάρια είχαν τόση ψυχή. Όταν το' μάθε, δεν πήγε ποτέ ξανά για ψάρεμα. Έκανε απλώς τη βαρκάδα του και επειδή ήξερε τον καημό του ψαριού, κάθε απόγευμα αργά κατά τις οχτώ, του τραγουδούσε. Κι εκείνο έβγαινε στην επιφάνεια και τον ευχαριστούσε. Μιλούσαν, ανταλασσαν λόγια αγάπης, πηδουσε το ψάρι στην βάρκα, φιλούσε τον βαρκάρη, του έλεγε πως τον αγαπά και έφευγε.
Πέμπτη 11 Ιανουαρίου 2024
Νυχτερινά Παραμύθια
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν η κοπέλα - κούκλα. Οι κούκλες συνήθως είναι όμορφες. Όμως εκείνη ήταν μια άσχημη κοπέλα κούκλα. Τα μαλλιά της ήταν αχτένιστα πολύ και τα ρούχα της παλαιωμένα και σκισμένα. Ήταν κοπέλα πλαστική κούκλα. Όχι μεγάλης αξίας. Όχι; Μα τι είπα. Όχι. Αξία είχε. Δε φαινόταν, όμως είχε. Όπως έχει κάθε κοπέλα - κούκλα που δεν πείραξε ποτέ κανέναν. Η κοπέλα - κούκλα ήθελε πάντα να κάνει το καλό. Είχε καλή πρόθεση για τους άλλους. Δεν ήθελε να τους βλάψει ή να τους κάνει να αισθανθούν άσχημα. Ηθελε να κάνει τους ανθρώπους γύρω της χαρούμενους. Όμως δεν τα κατάφερνε πάντα. Έτσι φαίνεται. Γιατί πολλοί ήταν οι άνθρωποι που δεν τη θελαν στη ζωή τους. Πολλοί ήταν οι άνθρωποι που την αγνοούσαν. Πολλοί ήταν οι άνθρωποι που δε συγκινούνταν με τις ζωγραφιές της, το τραγούδι της και τα ποιήματά της Ή με τις σκέψεις της. Και κάποιοι άνθρωποι μπερδευαν τα ποιήματα με τις απλές της σκέψεις. Πόσοι μα πόσοι πολλοί αδιαφορούσαν. Όμως δεν ήταν αυτό μόνο που την πείραζε. Την πείραζε και κάτι άλλο. Ότι οι ελάχιστοι άντρες που την πλησίαζαν, το έκαναν κυρίως για να κάνουν σεξ. Δεν είχαν υπομονή και το ήθελαν εδώ και τώρα από την πρώτη νύχτα. Εύκολα μετά την άφηναν. Την ξεχνούσαν. Ίσως η κοπέλα - κούκλα να μην ήταν τόσο απελευθερωμενη και να τους άφηνε αδιάφορους. Ίσως η κοπέλα - κούκλα κάπως να φοβόταν και να ήθελε χρόνο. Να μην εμπιστευοταν εύκολα. Την κοπέλα - κούκλα όμως υπήρχαν και λίγοι άνθρωποι που την θελαν στη ζωή τους. Η κοπέλα - κούκλα δεν θέλησε να πάει να ραφτεί. Η να χτενισει τα μαλλιά της. Όχι. Έβαζε στη ζωή της όσους τη θελαν στη ζωή τους έτσι. Και πίστευε ότι η εξωτερική ομορφιά είναι μια αξία πολύ επιφανειακή και υπερεκτιμημένη. Μια μέρα η κοπέλα - κούκλα σκέφτηκε να πάει σε ένα κατάστημα παιχνιδιών και να ζητήσει να μπει στον πάγκο προς πώληση. Ο καταστηματάρχης όμως της είπε πως έτσι άσχημη που είναι δεν έχει καμία αξία και δεν θα πωληθεί ποτέ. Επίσης έτσι άσχημη που είναι θα κάνει άσχημη και τη βιτρίνα και οι περαστικοί που την χαζεύουν δε θα μπαίνουν μέσα να ψωνίσουν. Η κοπέλα - κούκλα κατάλαβε τότε πως η θέση της δεν ήταν εκεί. Σκέφτηκε λοιπόν να πάει σε μια παιδική χαρά. Και να κάτσει πάνω σε μια κούνια. Τα παιδάκια όταν την βρήκαν έπαιξαν μαζί της κι εκείνη χάρηκε. Όμως δεν την πήραν μαζί τους στο σπίτι γιατί η μητέρα τους τους είπε πως έχουν κούκλες πολύ καλύτερες από αυτήν. Απελπισμένη καθώς ήταν πήγε και ξάπλωσε δίπλα σε μια λίμνη. Έπειτα από αρκετή ώρα ήρθε δίπλα της ένας γλάρος. "Γειά σου. Τι κάνεις; Πώς σε λένε; " Της είπε ο γλάρος. "Είμαι η κοπέλα - κούκλα " απάντησε εκείνη. Και ξεκίνησαν ο γλάρος και η κοπέλα - κούκλα να μιλάνε. Πέρασαν πολύ όμορφα και έδωσαν ραντεβού στην λίμνη για να ξαναμιλήσουν. Με τον καιρό ο γλάρος και η κοπέλα - κούκλα δέθηκαν συναισθηματικά και δημιούργησαν μια όμορφη σχέση αγάπης. Όταν η κοπέλα - κούκλα αγκάλιασε τον γλάρο μεταμορφωθηκαν και οι δύο. Η κοπέλα - κούκλα έγινε μια κοπέλα με καλή ψυχή, όπως ήταν και η κούκλα λίγο γεματούλα και λίγο απεριποίητη. Ο γλάρος έγινε ένας άντρας γλυκός και αστείος στα μάτια και στα λόγια με μια γλυκιά και αστεία φατσούλα. Όμως στην ψυχή της η κοπέλα συνέχιζε να έχει κάτι από κοπέλα - κούκλα και ο άντρας συνέχιζε να έχει κάτι από γλάρο. Έτσι η κοπέλα ήξερε πολλά και για τις κοπέλες - κούκλες και ο άντρας ήξερε πολλά για τους γλάρους. Για να βιοποριστούν η κοπέλα άρχισε να φτιάχνει κοπέλες - κούκλες με ωραία και περιποιημένα μαλλιά και ρούχα και ο άντρας άρχισε να μαθαίνει μικρά γλαρόνια να πετάνε. Η κοπέλα με τον καιρό και με τη χαρά που αισθανόταν έμαθε να περιποιείται περισσότερο τον εαυτό της. Μια μέρα η κοπέλα ειπε στον άντρα. "Εγώ ήμουν πλαστική και η αγάπη μας με έκανε άνθρωπο χαρούμενο με σάρκα, καρδιά και οστά. Εσύ όμως είχες καρδιά. Ήσουν γλάρος. Είχες φτερά και μπορούσες να πετάς. Η αγάπη μας σου έκοψε τα φτερά σου. " Κι εκείνος της απάντησε πως συνεχίζει να πετά με έναν άλλο τρόπο. Πέτα η ψυχή του. Ο νους και η φαντασία του. Πέτα όχι γιατί έχει φτερά, αλλά γιατί νιώθει γαλήνη, ελευθερια και ευτυχία. Κι επίσης της είπε πως θα ήθελε να τη μάθει κι εκείνη να πέτα. Έτσι της είπε πως θα μπορούσαν να φθάσουνε στον ήλιο. Κι εκείνη του είπε πως έτσι θα μπορούσαν να φθάσουν και στ' αστέρια. Κι έτσι.... ζησαν αυτοί καλά και εμείς αξίζει να προσπαθήσουμε να ζήσουμε το ίδιο καλά και ακόμα καλύτερα.
Κυριακή 5 Ιουνίου 2022
Ο Ίκαρος έφτιαξε τα ψεύτικα φτερά του. Του πήρε καιρό πολύ."Τι κάνεις Ίκαρε" τον ρωταγαν. Δεν πολύ - μιλούσε. Δεν πολύ - απάνταγε. Έλεγε κάποιες φορές ένα ξερό "καλά" κι αυτό με χίλια ζόρια. Ο Ίκαρος είχε μυστικά. Είχε οργή και θλίψη. Είχε ανάγκη για εκδίκηση. Ήθελε το αίμα που έφτυσε να το πάρει πίσω. Αρκετά υπέφερε. Αρκετά είχε υποστεί. Δεν πήγαινε άλλο. Η λύση είχε βρεθεί. Έκανε υπολογισμούς, μετρούσε και σχεδίαζε τα ψεύτικα φτερά του. Είχε δουλειά πολλή. Μέρα νύχτα δούλευε για την σωτηρία του. Ο Ίκαρος δεν ήταν πλέον απλώς ένας άντρας. Όχι. Δεν ήταν απλώς ένας άνθρωπος. Ήταν ένας υπέρ - άνθρωπος. Ήταν ένας υπερ - άντρας. Ήταν αυτό που λέμε superman. Ένας άνθρωπος με υπέρ - δυνάμεις που μπορούσε να κατακτήσει κάθε γυναίκα. Κάθε άνθρωπο στην γη με ένα άλμα. Με ένα κούνημα των χεριών του. Πλέον ο Ίκαρος μπορούσε να κατακτήσει τον κόσμο με ένα κούνημα των χεριών του πάνω - κάτω, πάνω - κάτω συνέχεια. Γυναίκες θα του έστελναν ερωτικά ποιήματα και θα ζητούσαν απελπισμένα να τον γνωρίσουν. Γυναίκες θα τον τράβαγαν η μία από εδώ ή άλλη από εκεί, θα του ξεχύλωναν τα ρούχα και θα τα έσκιζαν. Γυναίκες θα είχαν στη χούφτα τους κομμάτι ύφασμα από τα ρούχα του. Θα το μυριζαν και θα το φιλούσαν. Γυναίκες θα τον ήθελαν απελπισμένα. Κι αυτός θα διάλεγε την καλύτερη. Αυτη που θα του ταίριαζε περισσότερο. Θα ήταν έξυπνη, όμορφη και πετυχημένη. Θα είχε γλυκιά φωνή και θα τραγούδαγε ωραία. Ε αμάν πια. Κουράστηκε. Οι εφημερίδες θα τον είχαν πρωτοσέλιδο. Ε αμάν πια. Κουράστηκε. Ο Ίκαρος πίστεψε πως δεν χρειαζόταν να δοκιμάσει τα ψεύτικα φτερά του στην αμμουδιά πηδώντας από το έδαφος στο έδαφος. Κάνοντας ένα αλματάκι, κουνώντας πάνω κάτω τα χέρια του ρυθμικά και γρήγορα. Ο Ίκαρος δεν πίστεψε ότι για να πηδηξει από βράχο ψηλό πρέπει από κάτω να υπάρχει ένα τεράστιο δίχτυ ασφαλείας πολύ μελετημένο. Ο Ίκαρος δεν πίστεψε πως όση μελέτη πρέπει να κάνει για τα φτερά του, άλλη τόση πρέπει να κάνει και για το δίχτυ ασφαλείας του. Ο Ίκαρος δεν αμφισβήτησε τον εαυτό του και τις πεποιθήσεις του. Είχε κουραστεί πλέον. Ο Ίκαρος δεν είχε πια κέφι για "μα - μου" και "μήπως δεν είναι ακριβώς έτσι" Ο Ίκαρος με τα ψεύτικα φτερά του, πηδηξε απλώς από έναν ψηλό βράχο και σκοτώθηκε.Το κρανίο του έγινε κομμάτια. Ο εγκέφαλος του έλιωσε. Το αίμα κύλησε ποτάμι. Αυτός ήταν ο Ίκαρος. Και όλες οι γυναίκες είπαν πως ήτανε τρελός.
Σάββατο 23 Μαΐου 2020
Για πολύ καιρό δεν ήξερε πως ήταν τριαντάφυλλο.
Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2019
Το παγωμένο παιδί
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα μικρό παιδί κάπου τριών ετών, ίσως και τεσσάρων, έξυπνο και δημιουργικό, γελαστό, με πολλή φαντασία και διάθεση να μάθει καινούρια πράγματα, όπως και τα άλλα παιδιά της ηλικίας του. Αυτό το παιδί κάποια μέρα το πλησίασε ένας κύριος, μπορεί και κυρία και του είπε κάποια πράγματα που το πλήγωσαν βαθιά. Την επόμενη ημέρα ο ίδιος κύριος ή η ίδια κυρία, το ξανάπλησίασε και του είπε πάλι κάποια πράγματα που το πλήγωσαν βαθιά. Αυτό γινόταν κάθε μέρα. Κάθε μέρα το μικρό παιδί πληγωνόταν βαθιά. Ώσπου μια μέρα σκέφτηκε κάτι. Είχε μια ωραία ιδέα. Να γυρίσει την πλάτη του στον κύριο ή την κυρία που - μετα συγχωρήσεως - του έλεγαν παπαριές κι έπειτα να κλείσει και τα αυτιά του ώστε ούτε να βλέπει, ούτε να ακούει. Έτσι κι έκανε. Απο την επόμενη ημέρα και κάθε μέρα το μικρό παιδί γύριζε την πλάτη του στον κύριο ή την κυρία με τις παπαριές κα έκλεινε τα αυτιά του. Το μικρό παιδί σε αυτή τη θέση ένιωθε καλύτερα και ήταν χαρούμενο. Απ' το πολύ όμως που καθόταν έτσι κοκάλωσε. Και πάγωσε. Κι έμεινε εκεί για πάντα έτσι σαν άγαλμα. Κάθε ένας που του μιλούσε, εκείνο στεκόταν έτσι. Όταν ήρθε και ο δάσκαλος να του μιλήσει στάθηκε έτσι. Το κοκαλωμένο παιδί σε αυτή τη θέση δε μπορούσε να ακούσει τον δάσκαλο. Ούτε τον φίλο. Ούτε τους σοφούς των βιβλίων. Περνούσαν τα χρόνια και το παιδί αντί να δημιουργεί, να ζει, να αγαπά και να μαθαίνει καινούρια πράγματα έσπαγε το κεφάλι του πως θα ξεκοκαλώσει. Λίγα πράγματα έμαθε και έζησε στη ζωή του. Τα έμαθε καο τα έζησε από την προσπάθειά του να ξεκοκαλώσει. Κι επειδή είχε μεγάλη άγνοια για πολλά, άμα άνοιγε το στόμα του να μιλήσει, παρόλο που η πρόθεσή του ήταν καλή και κατέβαλε κάποια προσπάθεια, όλοι έλεγαν "Τι λέει μωρέ ο παπάρας."
Σάββατο 7 Σεπτεμβρίου 2019
Άλλο ένα παράξενο ζευγάρι.
Παρασκευή 30 Ιουνίου 2017
Πέμπτη 29 Ιουνίου 2017
Τετάρτη 4 Μαΐου 2016
Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας άνθρωπος που έψαχνε δύο πράγματα.
Το πρώτο πράγμα που έψαχνε ήταν η μεγάλη αξία που είχε ως άνθρωπος που ήταν.
Το δεύτερο πράγμα που έψαχνε ήταν ένα δαχτυλίδι μεγάλης αξίας που είχε χάσει στην άμμο ή στα ρηχά της θάλασσας.
Για την μεγάλη του αξία ως άνθρωπος που ήταν δε ρώτησε κανέναν μήπως τη βρήκε.
Για το δαχτυλίδι μεγάλης αξίας ρώτησε πολλούς.
Μάλιστα ένας γέροντας του είπε πως μεγάλη αξία, δεν έχουν τα μεγάλης αξίας δαχτυλίδια, αλλά άλλα πράγματα.
Εκείνος συμφώνησε, αλλά συνέχισε να ψάχνει.
Έψαχνε κάθε μέρα και για τα δύο.
Πρώτα βρήκε την μεγάλη του αξία που είχε ως άνθρωπος που ήταν.
Έπειτα από πολύ καιρό βρήκε και το δαχτυλίδι μεγάλης αξίας που είχε χάσει εν τέλει στα ρηχά της θάλασσας.
Πιο πολύ χάρηκε για την μεγάλη αξία που βρήκε πως έχει ως άνθρωπος.
Όσο για το δαχτυλίδι δεν ήταν σίγουρος τελικά για το αν είχε τόση αξία όση νόμιζε.
Ηταν μια πολιτεια οπου οι ανθρωποι ερωτεύονταν. Και αγαπουσαν. Κι αυτη η ερωτικη αγαπη τους γινόταν μπογιά ροζ στα χερια τους και εβαφαν του...
-
Είμαι κι εγώ μια χίπισσα. Αλλιώτικη απ' τις άλλες. Δεν κάνω ναρκωτικά καθόλου. Ούτε τσιγάρο καν. Ποτό ελάχιστο. Παίρνω δύο ladose τη μέρ...
-
Τα γράμματα κι οι λέξεις μπερδεύονται στα κύματα. Η μία λέξη μπαίνει μπρος από την άλλη, η πρώτη γίνεται τελευταία κι η τελευταία πρώτη. Η...
-
Μου έκανε σήμερα πολλή εντύπωση η χαρά, το γέλιο και η λάμψη στα μάτια των μικρών παιδιών όταν μπήκαν στον χώρο και άρχισαν να τρ...



