Πήγαινέ με εκεί που οι ψυχές των ανθρώπων σου χαϊδεύουν απαλά το πρόσωπο. Εκεί που σου κρατούν το χέρι. Εκεί πήγαινέ με. Στα ήσυχα νερά μιας λίμνης. Εκεί που ανθίζει η αγάπη και γίνεται φως.
Πέμπτη 14 Μαΐου 2020
Σάββατο 9 Μαΐου 2020
Οι μάσκες
Κάποιοι δημιουργήσαμε την μάσκα μας προσεχτικά και με πολύ μεράκι . Σιγά σιγά πιέζαμε με τα δάχτυλά μας τον χαρτοπολτό. Να δώσουμε το σχήμα. Μετρήσαμε προσεχτικά για να εφαρμόζει καλά στο πρόσωπο. Το χαμόγελο το δημιουργήσαμε αχνό. Όπως πρέπει. Όπως είναι αρεστό. Έτσι άλλωστε το έχουν οι περισσότεροι. Δημιουργήσαμε στο πρόσωπο γωνίες και στα μάγουλά μας μήλα. Γιατί έτσι αρέσει γενικά. Τα χίλια μας τα φτιάξαμε χυμώδη και μεγάλα. Έτσι αρέσουνε κι αυτά. Τα βάψαμε ζουμερό κόκκινο οι γυναίκες και οι άνδρες απαλό ροζ. Ό, τι καλύτερο. Τα μάτια μας τα κάναμε να φαίνονται κάπως μεγαλύτερα με φίνο σχήμα. Το ρουζ απαραίτητο. Στολίσαμε στην μάσκα μας λουλούδια και κάποιες γυναίκες έβαλαν και στρας. Άλλοι τα κόλλησαν κι άλλοι τα έβαψαν με πινελάκι και ακρυλικά. Δεν λείπει το χρυσό από τη μάσκα φυσικά. Οι πιο πλούσιοι κολλάνε φύλλα χρυσού. Οι πιο φτωχοί αγοράζουν χρυσό ακρυλικό. Όσα περισσότερα χρήματα διαθέτει κανείς, τόσο περισσότερα φύλλα χρυσού κολλάει. Οι μάσκες μας συνήθως είναι εντυπωσιακές. Υπάρχουν όμως και οι άλλοι. Αυτοί που είπαν «έλα μωρέ, δε βαριέσαι… δεν φοράω μάσκα. Θα βγω με το πρόσωπό μου γυμνό". Και βρέθηκαν ξαφνικά εκτεθειμένοι. Τουλάχιστον έτσι ένιωσαν. Και έψαχναν παντού να βρουν λίγο χαρτί ή κάποιο πλαστικό. Για να καλύψουνε το πρόσωπό τους. Και όταν φτιάξαν πρόχειρα μια μάσκα ανάγκης και τους κοίταξαν περίεργα, είπαν πως τέτοιου είδους μάσκες είναι της μόδας. Τις φοράν πολλοί συχνά. Είναι εναλλακτικές και δημιουργήθηκαν έπειτα από πολλή φιλοσοφία. Είναι άποψη. Και τέλος υπάρχουν και οι άλλοι. Αυτοί που είπαν «έλα μωρέ τι έγινε. Δεν θα φορέσω μάσκα». Και όταν ένιωσαν εκτεθειμένοι, κοκκίνισαν, αλλά δεν φόρεσαν. Και στάθηκαν απέναντι στους άλλους με πρόσωπο γυμνό. Ήλπισαν για κάποια κατανόηση. Οι περισσότεροι όμως τρόμαξαν. Δεν έχουν συνηθίσει τέτοιου είδους θεάματα. Κάποιοι τους είπανε τρελούς. Άλλοι απλά διαφορετικούς. Οι περισσότεροι τους άφησαν μονάχους. Ψάχνουν στον δρόμο για παρέα. Άλλοι παραιτούνται από το ψάξιμο. Κάποιοι πιο τολμηροί με μάσκες, κάνουν τους ανθρώπους με γυμνό πρόσωπο παρέα. Κάποιες φορές – σπάνια – καταφέρνουν οι άνθρωποι με το γυμνό πρόσωπο να συναντηθούνε μεταξύ τους. Τότε συνήθως κάνουνε παρέα. Βρίσκουν ένα τραπέζι στη γωνιά ενός καφέ. Πηγαίνουν σινεμά ή μαζεύονται σε σπίτι. Στις συζητήσεις τους συχνά εύχονται να γίνονταν πολλοί. Πού και πού βγαίνοντας απ’ το σπίτι τους διαπιστώνουν πως τους έβαλαν γύρω απ’ αυτό συρματοπλέγματα. Δημιουργούν τρύπες και βγαίνουν. Φωνάζουν έπειτα πως τους έβαλαν συρματοπλέγματα. Κανείς δεν τους ακούει. Φωνάζουν πως αδικήθηκαν. Κανείς δεν απαντά. Δεν είναι της ώρας. Έχουν άλλα θέματα να λύσουν. Δεν μας αφορά στο κάτω κάτω το πρόβλημα του καθενός. Μας αφορούν συλλογικά προβλήματα. Κι η αγανάκτηση και από τις δυο πλευρές δεν έχει τελειωμό. Αυτοί λοιπόν είμαστε οι άνθρωποι κι αυτές είναι οι μάσκες μας. Κι ο έχων την πιο εντυπωσιακή συνήθως μας κερδίζει.
Κυριακή 3 Μαΐου 2020
Πώς βλέπω την τέχνη
Οι δυσκολίες που βίωσε η τέχνη, αντί να την σκοτώσουν την έκαναν πιο δυνατή.
Η τέχνη δε φωνάζει.
Είναι σιωπηλή.
Δεν προσπαθεί να επιβληθεί.
Στέκεται ήσυχη για όποιον θέλει να τη δει.
Το βλέμμα της είναι ήρεμο και κάπως θλιμμένο.
Το φουστάνι της έχει το λευκό της αθωότητας και πινελιές πολύχρωμες.
Το φουστάνι της είναι φτωχό.
Μπορεί κάποιες φορές αν τύχει να σταθείς δίπλα της να την ακούσεις να παίζει βιολί.
Η τέχνη δεν είναι επαίτης ούτε θα υπάρξει ποτέ.
Τρέφεται από τη δροσιά της δημιουργίας και από την αγάπη και το χάδι των ανθρώπων.
Αν της πετάξεις καμιά πενταροδεκάρα, θα σε ευχαριστήσει, αλλά θα σου τη δώσει πίσω.
Θα σου πει πως έχει ξεδιψάσει. Θα σου πει πως δε στέκεται εκεί μόνο για εκείνην, αλλά και για σένα αν θες.
Η τέχνη δεν ζητάει τίποτα.
Κάποιες φορές χορεύει σαν φτερό στον άνεμο και το θέαμα γίνεται σχεδόν μαγικό.
Κάποιες φορές παίζει άρπα.
Δεν απαγγέλει, αλλά αν πας πιο κοντά, θα δεις πως στα τετράδιά της έχει γραμμένα ποιήματα.
Η τέχνη είναι κάπως μελαχγολική, αλλά σου χαμογελάει.
Και αν προσέξεις το βλέμμα και το χαμόγελό της και την κοιτάξεις βαθιά, θα πάρεις δύναμη.
Η τέχνη σε νοιάζεται.
Η τέχνη όμως δεν καταδέχεται καθώς την προσπερνάς να της ρίξεις λάσπη στο πρόσωπο και στο φόρεμά της.
Δεν σε έβλαψε ποτέ και απαιτεί να μην τη βλάψεις.
Αν το κάνεις θα σκουπιστεί και θα φωνάξει. Η τέχνη δεν επιτρέπει καθώς την προσπερνάς να τη σπρώξεις επίτηδες και να παραπατήσει.
Εάν το κάνεις, θα σε σπρώξει κι αυτή.
Εάν το κάνεις μπορεί να σε φτύσει.
Η τέχνη δεν ανέχεται να τη σηκώσεις μόνος σου ή με παρέα και να την ρίξεις σε ένα μπουντρούμι.
Τότε θα θυμώσει πολύ για την ανελευθερία της και θα αρχίζει να φωνάζει.
Τότε θα θελήσει να κάνει αισθητή την παρουσία της.
Γιατί η τέχνη αναπνέει καλύτερα με το φως.
Γιατί ξέρει πως τώρα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά πρέπει να βγει και να φωνάξει «ζήτω η ελευθερία.»
Η τέχνη αν κυρήξεις πόλεμο, μπορεί να φοβηθεί, δε λέω, αλλά θα πάρει το όπλο και θα σε πολεμήσει.
Και θα προσπαθήσει να βρεθεί δίπλα σε όσους περισσότερους μπορεί για να τους ζεστάνει τη ψυχή.
Η τέχνη παρομοίασε την ειρήνη με ένα περιστέρι.
Κι αν νιώσεις θλίψη, μπορείς αν θέλεις να στρέψεις το βλέμμα σου προς αυτή.
Ξέρει ότι πονάς.
Σε κοιτάζει, σε πονάει και σου χαμογελά.
Κι αν είσαι ευδιάθετος, αν είσαι καλά, αν της κλείσεις το μάτι, θα σου χαμογελάσει ξανά.
![]() |
| Sunlight Frank Weston |
Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2019
Μου έκανε σήμερα πολλή εντύπωση η χαρά, το γέλιο και η λάμψη στα μάτια των μικρών παιδιών όταν μπήκαν στον χώρο και άρχισαν να τρέχουν κρατώντας ένα μπαλόνι. Είχαν εκστασιαστεί απλώς επειδή έτρεχαν και κυνηγιούνταν κρατώντας ένα μπαλόνι. Η χαρά του παιχνιδιού. Πόσα πολλά μπορεί να σου μάθει ένα παιδί. Η χαρά του παιχνιδιού στη ζωή μας!! Ίσως είναι πολύ σημαντικό να μπορούμε ως ενήλικες να παίζουμε χαρούμενοι. Ή να βιώνουμε δραστηριότητες της καθημερινότητας ως παιχνίδι. Ίσως η χαρά να μετατρέπει την καθημερινότητα σε παιχνίδι ή καλύτερα το παιχνίδι να φέρνει χαρά.
Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2019
Το παγωμένο παιδί
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα μικρό παιδί κάπου τριών ετών, ίσως και τεσσάρων, έξυπνο και δημιουργικό, γελαστό, με πολλή φαντασία και διάθεση να μάθει καινούρια πράγματα, όπως και τα άλλα παιδιά της ηλικίας του. Αυτό το παιδί κάποια μέρα το πλησίασε ένας κύριος, μπορεί και κυρία και του είπε κάποια πράγματα που το πλήγωσαν βαθιά. Την επόμενη ημέρα ο ίδιος κύριος ή η ίδια κυρία, το ξανάπλησίασε και του είπε πάλι κάποια πράγματα που το πλήγωσαν βαθιά. Αυτό γινόταν κάθε μέρα. Κάθε μέρα το μικρό παιδί πληγωνόταν βαθιά. Ώσπου μια μέρα σκέφτηκε κάτι. Είχε μια ωραία ιδέα. Να γυρίσει την πλάτη του στον κύριο ή την κυρία που - μετα συγχωρήσεως - του έλεγαν παπαριές κι έπειτα να κλείσει και τα αυτιά του ώστε ούτε να βλέπει, ούτε να ακούει. Έτσι κι έκανε. Απο την επόμενη ημέρα και κάθε μέρα το μικρό παιδί γύριζε την πλάτη του στον κύριο ή την κυρία με τις παπαριές κα έκλεινε τα αυτιά του. Το μικρό παιδί σε αυτή τη θέση ένιωθε καλύτερα και ήταν χαρούμενο. Απ' το πολύ όμως που καθόταν έτσι κοκάλωσε. Και πάγωσε. Κι έμεινε εκεί για πάντα έτσι σαν άγαλμα. Κάθε ένας που του μιλούσε, εκείνο στεκόταν έτσι. Όταν ήρθε και ο δάσκαλος να του μιλήσει στάθηκε έτσι. Το κοκαλωμένο παιδί σε αυτή τη θέση δε μπορούσε να ακούσει τον δάσκαλο. Ούτε τον φίλο. Ούτε τους σοφούς των βιβλίων. Περνούσαν τα χρόνια και το παιδί αντί να δημιουργεί, να ζει, να αγαπά και να μαθαίνει καινούρια πράγματα έσπαγε το κεφάλι του πως θα ξεκοκαλώσει. Λίγα πράγματα έμαθε και έζησε στη ζωή του. Τα έμαθε καο τα έζησε από την προσπάθειά του να ξεκοκαλώσει. Κι επειδή είχε μεγάλη άγνοια για πολλά, άμα άνοιγε το στόμα του να μιλήσει, παρόλο που η πρόθεσή του ήταν καλή και κατέβαλε κάποια προσπάθεια, όλοι έλεγαν "Τι λέει μωρέ ο παπάρας."
Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2019
Το κόκκινο μπαλόνι
Η ψυχή μου - μπαλόνι κόκκινο -
βγαίνει από το σώμα μου για να πετάξει.
Την αρπάζω απ' την κορδέλα.
Μου φεύγει.
Την αρπάζω ξανά.
Φυσάει πολύ.
Το κόκκινο μπαλόνι χορεύει στον άνεμο.
Με παρασύρει.
Έλα εδώ.
Μη πας ψηλά.
Αγκαλιάζω το μπαλόνι σφιχτά.
Τόσο όσο να μην σπάσει.
Αλλά πόσο να κρατήσει κάνεις σφιχτά ένα μπαλόνι.
Τα μπαλόνια ειναι για να χορευουν στον άνεμο.
Τα μπαλόνια τα αγαπουν πολύ τα παιδιά.
Και φωναζουν στις μανάδες τους "πάρε μου"
Πόσο να κρατήσει κανείς σφιχτά ένα μπαλόνι.
Την αρπάζω απ' την κορδέλα.
Μου φεύγει.
Την αρπάζω ξανά.
Φυσάει πολύ.
Το κόκκινο μπαλόνι χορεύει στον άνεμο.
Με παρασύρει.
Έλα εδώ.
Μη πας ψηλά.
Αγκαλιάζω το μπαλόνι σφιχτά.
Τόσο όσο να μην σπάσει.
Αλλά πόσο να κρατήσει κάνεις σφιχτά ένα μπαλόνι.
Τα μπαλόνια ειναι για να χορευουν στον άνεμο.
Τα μπαλόνια τα αγαπουν πολύ τα παιδιά.
Και φωναζουν στις μανάδες τους "πάρε μου"
Πόσο να κρατήσει κανείς σφιχτά ένα μπαλόνι.
Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2019
Δεν έχω θεατρικούς γονείς. Ως ηθοποιός είμαι σαν τα παιδιά που αυτό που είχαν να δώσουν δεν το θέλησε και δεν το αγάπησε κανείς. Σαν τα παιδιά που τα άφησαν σε ένα ίδρυμα και κάνεις δεν τα αναζήτησε ή τα υιοθέτησε. Και τώρα έχω μεγαλώσει πια. Και έχω βγει από το ίδρυμα. Σεριανίζω μόνη...ονειρεύομαι, χαίρομαι, λυπάμαι, πέφτω, ξανασηκώνομαι, δημιουργώ.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
Ηταν μια πολιτεια οπου οι ανθρωποι ερωτεύονταν. Και αγαπουσαν. Κι αυτη η ερωτικη αγαπη τους γινόταν μπογιά ροζ στα χερια τους και εβαφαν του...
-
Μου έκανε σήμερα πολλή εντύπωση η χαρά, το γέλιο και η λάμψη στα μάτια των μικρών παιδιών όταν μπήκαν στον χώρο και άρχισαν να τρ...
-
Είμαι κι εγώ μια χίπισσα. Αλλιώτικη απ' τις άλλες. Δεν κάνω ναρκωτικά καθόλου. Ούτε τσιγάρο καν. Ποτό ελάχιστο. Παίρνω δύο ladose τη μέρ...
-
Τα γράμματα κι οι λέξεις μπερδεύονται στα κύματα. Η μία λέξη μπαίνει μπρος από την άλλη, η πρώτη γίνεται τελευταία κι η τελευταία πρώτη. Η...






