Όταν μου κόβονταν τα φτερά



Όταν μου κόβονταν τα φτερά
Ένας δάσκαλος άναβε ένα κερί
και βούρκωνε για την κακή ζωή του.
Ένας δάσκαλος είχε βυθιστεί στα δικά του δεινά.

Όταν μου κόβονταν τα φτερά
ένα εκπαιδευτικό σύστημα ήταν έτσι διαμορφωμένο,
ώστε να κόβει φτερά,
να θολώνει σκέψεις και να βουλώνει στόματα.

Όταν μου κόβονταν τα φτερά
ένας γονιός σκεφτόταν να δώσει τέλος στη ζωή του.
ένας άλλος χτυπούσε το παιδί του.
Κι ένας τρίτος λιμοκτονούσε...

Όταν μου κόβονταν τα φτερά
ένας γονιός ήξερε μόνο να μισεί
ένας άλλος μόνο να απαιτεί...
Και κάποιος ήθελε δίπλα του για πάντα το παιδί του.

Ένα παιδί με κλώτσησε
όταν μου κόβονταν τα φτερά
και ένα άλλο με χλεύασε.

Οι άνθρωποι περπατούσαν στον δρόμο
παγωμένοι και αγέλαστοι.
Δεν παρατηρούσαν τι γίνεται δίπλα τους.

Όταν μου κόβονταν τα φτερά
κάποιος κλώτσησε έναν σκύλο
κι έδιωξε έναν φίλο.

Κάποιος μου έκρυψε τον ήλιο.

Όταν μου κόβονταν τα φτερά
κάποιος μου έκλεινε το κασετόφωνο
και μ' έβαζε να δω ειδήσεις.

Κάποιος δίπλα μου ούρλιαζε
και κάποιος έδιωχνε τον σύντροφό του από το σπίτι.

Όταν μου κόβονταν τα φτερά
ήμουν παιδί, έφηβη και ενήλικη
και έβλεπα εφιάλτες.

Κάποιος μου πήρε το τραγούδι από το στόμα,
Και κάποιος μου έκλεισε το στόμα.

Κι όταν απέκτησα ξανά φτερά
κάποιος με φίλησε στο στόμα.
Απέκτησα φτερά γιατί κάποιος με πίστεψε και κάπου πίστεψα.
Και χαμογέλασα.

Αλήθεια λέω.
Απέκτησα φτερά.
Κάπου εκεί μες το σκοτάδι
μπόρεσα να τα δω να λάμπουν.
Αρχικά.
Μες το μυαλό μου.

Και το φως τους όλο και μεγάλωνε.
Μεγάλωνε.
Έλαμψε η πλάση απ το φως τους.
Φως!!!

Γιατί... να ξέρετε...
φίλοι μου
ποτέ δεν είναι αργά για να αποκτήσει κανείς ξανά φτερά.
Για λίγο, για πολύ ή για πάντα.